αποκάλυψη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αποκάλυψη < αποκάλυψις < αποκαλύπτω
[
]
Ουσιαστικό
αποκάλυψη θηλυκό
- αφαίρεση του καλύμματος, ξεσκέπασμα
- ανακάλυψη και ανακοίνωση άγνωστων στοιχείων
- εκμυστήρευση ή ομολογία
- η φανέρωση θείων, ιερών μυστικών στους ανθρώπους
[
]
Αντώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
αποκάλυψη