αριστοκρατία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αριστοκρατία | αριστοκρατίες |
| γενική | αριστοκρατίας | αριστοκρατιών |
| αιτιατική | αριστοκρατία | αριστοκρατίες |
| κλητική | αριστοκρατία | αριστοκρατίες |
Ετυμολογία [
]
- αριστοκρατία < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
αριστοκρατία θηλυκό
- πολίτευμα στο οποίο εξουσιάζουν οι άριστοι με την αρχαία έννοια της λέξης, δηλαδή οι ευγενείς
- Στις πόλεις-κράτη οι βασιλείς μοίρασαν ειρηνικά την εξουσία τους και σε άλλους εγκαθιδρύοντας την αριστοκρατία στη θέση της βασιλείας.
- ανώτερη κοινωνική τάξη, οι ευγενείς μιας περιοχής
- Η αριστοκρατία της Αγγλίας περιλαμβάνει πολλούς τίτλους όπως κύριος, δούκας, βαρώνος, λόρδος και άλλους.
- οι σημαντικοί εν ζωή άνθρωποι ενός επαγγελματικού, καλλιτεχνικού, πνευματικού ή άλλου χώρου
- Στη χθεσινή πρεμιέρα συμμετείχε όλη η αριστοκρατία του Χόλιγουντ.
[
]
- → δείτε τη λέξη: αριστοκράτης
Μεταφράσεις [
]
αριστοκρατία