ατραπός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ατραπός ατραποί
γενική ατραπού ατραπών
αιτιατική ατραπό ατραπούς
κλητική (ατραπό) ατραποί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ατραπός < αρχαία ελληνική ἀτραπός < ἀ- + τραπέω/τραπῶ < τρέπω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *terkʷ-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ατραπός θηλυκό

  • (λόγιο) μονοπάτι ή πέρασμα που δύσκολα το ακολουθεί κανείς
    Τοιαῦτά τινα ἀνελογίζετο ὁ πτωχὸς αἰπόλος, ὁ βόσκων ὀλίγας αἶγας εἰς τὸ κατάμερον τῶν Τριῶν Σταυρῶν καὶ ἀνήρχετο δρομαίως τὴν ἰδίαν ἀτραπόν, δι’ ἧς εἶχε κατέλθει εἰς τὸ φρούριον. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο φτωχός άγιος)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]