ατραπός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ατραπός | ατραποί |
| γενική | ατραπού | ατραπών |
| αιτιατική | ατραπό | ατραπούς |
| κλητική | (ατραπό) | (ατραποί) |
Ετυμολογία [
]
- ατραπός < αρχαία ελληνική ἀτραπός < ἀ- + τραπέω/τραπῶ < τρέπω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *terkʷ-
Ουσιαστικό [
]
ατραπός θηλυκό
- (λόγιο) μονοπάτι ή πέρασμα που δύσκολα το ακολουθεί κανείς
- Τοιαῦτά τινα ἀνελογίζετο ὁ πτωχὸς αἰπόλος, ὁ βόσκων ὀλίγας αἶγας εἰς τὸ κατάμερον τῶν Τριῶν Σταυρῶν καὶ ἀνήρχετο δρομαίως τὴν ἰδίαν ἀτραπόν, δι’ ἧς εἶχε κατέλθει εἰς τὸ φρούριον. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο φτωχός άγιος)