ατραπός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ατραπός < αρχαία ελληνική ἀτραπός < ἀ- + τραπῶ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *trep-
[
]
Ουσιαστικό
ατραπός θηλυκό
- μονοπάτι ή πέρασμα που δύσκολα το ακολουθεί κανείς
[
]
Μεταφράσεις
ατραπός