αυτόγραφο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτόγραφο αυτόγραφα
γενική αυτόγραφου αυτόγραφων
αιτιατική αυτόγραφο αυτόγραφα
κλητική αυτόγραφο αυτόγραφα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυτόγραφο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αυτόγραφος (αυτόγραφο σημείωμα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈftɔ.ɣɾa.fɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αυτόγραφο ουδέτερο

  • σημείωμα με αφιέρωση και την υπογραφή ενός συγγραφέα, ηθοποιού, μουσικού κλπ που δίνεται ως αναμνηστικό σε έναν θαυμαστή του
    Οι θαυμαστές περιτριγύρισαν τον τραγουδιστή για να πάρουν ένα αυτόγραφο

32πχ Μεταφράσεις[]