αἴξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αιξ

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση
Ενικός
Δυικός
Πληθυντικός
Ονομαστική αἴξ αἶγε αἶγες
Γενική αἰγός αἰγοῖν αἰγῶν
Δοτική αἰγί αἰγοῖν αἰξί(ν)
Αιτιατική αἶγα αἶγε αἶγας
Κλητική αἴξ αἶγε αἶγες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αἴξ < ἀΐσσω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αἴξ θηλυκό

  1. (ζωολογία) η κατσίκα
  2. αἶγες : μεγάλα κύματα