κατσίκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατσίκα κατσίκες
γενική κατσίκας κατσικών
αιτιατική κατσίκα κατσίκες
κλητική κατσίκα κατσίκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατσίκα < κατσίκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κατσίκα

κατσίκα θηλυκό

  1. (ζωολογία) μηρυκαστικό θηλαστικό του γένους Capra, συγγενές με το πρόβατο· το εξημερωμένο είδος Capra aegagrus hircus εκτρέφεται για το μαλλί του, το δέρμα του, το γάλα του και το κρέας του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γίδα
  2. κακότροπη γυναίκα

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

  • Συνήθως η λέξη αναφέρεται στο θηλυκό ζώο. Για το αρσενικό χρησιμοποιείται η λέξη τράγος, ενώ το ουδέτερο κατσίκι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τα μικρά ή χωρίς διάκριση βιολογικού φύλου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]