κατσικάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατσικάκι κατσικάκια
γενική - -
αιτιατική κατσικάκι κατσικάκια
κλητική κατσικάκι κατσικάκια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κατσικάκι < υποκοριστικό του κατσίκι+ -άκι

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κατσικάκι ουδέτερο

  1. (υποκοριστικό) κατσίκι
  2. (συνεκδοχικά) το κρέας από μικρό κατσίκι
  3. (κατ' επέκταση) (κουζίνα) το πιάτο που περιέχει τέτοιο κρέας

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε κατσίκι

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες