βάσανο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βάσανος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάσανο βάσανα
γενική βασάνου βασάνων
αιτιατική βάσανο βάσανα
κλητική βάσανο βάσανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βάσανο < μεσαιωνική ελληνική βάσανον < ελληνιστική κοινή βάσανος < αρχαία αιγυπτιακά baḫan (είδος πετρώματος που χρησιμοποιόταν ως λυδία λίθος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βάσανο ουδέτερο

  1. κάτι (ή κάποιος) που μας ταλαιπωρεί, μας φθείρει, μας βασανίζει
    πέρασε τόσα βάσανα και κόπους τόσα χρόνια στη θάλασσα
    αυτό δεν είναι παιδί, είναι σκέτο βάσανο

32πχ Μεταφράσεις[]