βάσανο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάσανο βάσανα
γενική βασάνου βασάνων
αιτιατική βάσανο βάσανα
κλητική βάσανο βάσανα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βάσανο < αρχαία ελληνική βάσανος

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

βάσανο ουδέτερο

  1. κάτι (ή κάποιος) που μας ταλαιπωρεί, μας φθείρει, μας βασανίζει
    πέρασε τόσα βάσανα και κόπους τόσα χρόνια στη θάλασσα
    αυτό δεν είναι παιδί, είναι σκέτο βάσανο

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες