βαμβάκι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βαμβάκι | βαμβάκια |
| γενική | βαμβακιού | βαμβακιών |
| αιτιατική | βαμβάκι | βαμβάκια |
| κλητική | βαμβάκι | βαμβάκια |
[
]
Ετυμολογία
- βαμβάκι< μεσαιωνική ελληνική βαμπάκιον και βαμβάκιον < βάμβαξ
[
]
Ουσιαστικό
βαμβάκι ουδέτερο
- το φυτό βαμβακιά
- η ίνα που προέρχεται από το φυτό και χρησιμοποιείται στην κλωστοϋφαντουργία
- φαρμακευτικό υλικό για την επάλειψη του δέρματος με απολυμαντικά υγρά
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Σύνθετα
- βαμβακέλαιο
- βαμβακέμπορος
- βαμβακοκαλλιέργεια
- βαμβακομάλλινος
- βαμβακομηχανή
- βαμβακοπαραγωγή
- βαμβακοπαραγωγός
- βαμβακόπιτα
- βαμβακόσπορος
- βαμβακοσυλλέκτης
- βαμβακοσυλλεκτικός
- βαμβακοφυτεία