γάντζος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γάντζος γάντζοι
γενική γάντζου γάντζων
αιτιατική γάντζο γάντζους
κλητική γάντζε γάντζοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γάντζος < βενετική ganzo < αρχαία ελληνική γαμψός (αντιδάνειο)
μεταλλικός γάντζος γερανού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γάντζος αρσενικό

  1. μεταλλικό άγκιστρο για να κρεμιούνται ή να σηκώνονται βάρη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]