γάντζος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γάντζος | γάντζοι |
| γενική | γάντζου | γάντζων |
| αιτιατική | γάντζο | γάντζους |
| κλητική | γάντζε | γάντζοι |
[
]
Ετυμολογία
- γάντζος < βενετική ganzo < αρχαία ελληνική γαμψός (αντιδάνειο)
[
]
Ουσιαστικό
γάντζος αρσενικό
- μεταλλικό άγκιστρο για να κρεμιούνται ή να σηκώνονται βάρη