γκαρνταρόμπα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γκαρνταρόμπα | γκαρνταρόμπες |
| γενική | γκαρνταρόμπας | |
| αιτιατική | γκαρνταρόμπα | γκαρνταρόμπες |
| κλητική | γκαρνταρόμπα | γκαρνταρόμπες |
[
]
Ετυμολογία
- γκαρνταρόμπα < ιταλική guardaroba
[
]
Ουσιαστικό
γκαρνταρόμπα θηλυκό
- χώρος, σε μουσείο ή άλλο μέρος, όπου οι επισκέπτες αφήνουν τα πανωφόρια τους, μεγάλες τσάντες, ομπρέλες, κλπ, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους, δωρεάν ή έναντι μικρού ποσού
- συνολικά τα ρούχα που έχει κάποιος και με τα οποία εμφανίζεται, αυτά που είναι γνωστά στους άλλους
- κάθε χρόνο ανανεώνει την γκαρνταρόμπα της με ότι πιο μοδάτο κυκλοφορεί