γκαρνταρόμπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκαρνταρόμπα γκαρνταρόμπες
γενική γκαρνταρόμπας
αιτιατική γκαρνταρόμπα γκαρνταρόμπες
κλητική γκαρνταρόμπα γκαρνταρόμπες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

γκαρνταρόμπα < ιταλική guardaroba

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

γκαρνταρόμπα θηλυκό

  1. χώρος, σε μουσείο ή άλλο μέρος, όπου οι επισκέπτες αφήνουν τα πανωφόρια τους, μεγάλες τσάντες, ομπρέλες, κλπ, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους, δωρεάν ή έναντι μικρού ποσού
  2. συνολικά τα ρούχα που έχει κάποιος και με τα οποία εμφανίζεται, αυτά που είναι γνωστά στους άλλους
    κάθε χρόνο ανανεώνει την γκαρνταρόμπα της με ότι πιο μοδάτο κυκλοφορεί

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες