γυναικοκρατία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γυναικοκρατία | γυναικοκρατίες |
| γενική | γυναικοκρατίας | |
| αιτιατική | γυναικοκρατία | γυναικοκρατίες |
| κλητική | γυναικοκρατία | γυναικοκρατίες |
Ετυμολογία [
]
- γυναικοκρατία < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
γυναικοκρατία θηλυκό
Μεταφράσεις[
]
γυναικοκρατία