γόνυ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γόνυ < αρχαία ελληνική γόνυ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γόνυ ουδέτερο

κλίνω το γόνυ: γονατίζω σε ένδειξη τιμής

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

Χρησιμοποιείται συχνότερα η γενική ενικού γόνατος, ιδίως σε ιατρικά κείμενα.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική γόνυ γόνατε γόνατα
Γενική γόνατος γονάτοιν γονάτων
Δοτική γόνατι γονάτοιν γόνασι
Αιτιατική γόνυ γόνατε γόνατα
Κλητική γόνυ γόνατε γόνατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γόνυ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵónu. Συγγενές με τα (σανσκριτικά) जानु (jānu), (λατινικά) genu, (παλαιοαρμενικά) ծունկ (cunk), (γοτθικά) 𐌺𐌽𐌹𐌿 (kniu), (αγγλοσαξονικά) cnēo (αγγλικά knee)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γόνυ ουδέτερο

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

  • ιωνικός τύπος: γενική ενικού: γούνατος, δοτική πληθυντικού: γούνασι/γούνασσι
  • ποιητικοί τύποι: γενική ενικού: γουνός, δοτική ενικού: γουνί, ονομαστική-αιτιατική-κλητική πληθυντικού: γοῦνα, γενική πληθυντικού: γούνων
  • αιολικός τύπος: ονομαστική-αιτιατική-κλητική πληθυντικού: γόνα, γενική πληθυντικού: γόνων