γόνατο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γόνατο γόνατα
γενική γονάτου γονάτων
αιτιατική γόνατο γόνατα
κλητική γόνατο γόνατα
Λόγια γενική ενικού και του γόνατος
από το αρχαίο γόνυ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γόνατο < μεσαιωνική ελληνική γόνατον < γόνατα (πληθυντικός του γόνυ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɣɔ.na.tɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γόνατο ουδέτερο

  1. η άρθρωση μεταξύ του μηρού και της κνήμης

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]