δέλεαρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

δέλεαρ < αρχαία ελληνική δέλεαρ

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

δέλεαρ ουδέτερο

  1. κάτι ελκυστικό και επιθυμητό (αλλά συχνά απατηλό) που προτείνεται σε κάποιον με σκοπό να τον πείσει να δεχτεί ή να κάνει κάτι
    οι αντιπροσωπείες αυτοκινήτων υπόσχονται δωρεάν αξεσουάρ ως δέλεαρ για να πουλήσουν τα μοντέλα τους και να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις



[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

δέλεαρ ουδέτερο, γεν.: δελέατος


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη