δίοδος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- δίοδος <
- αρχαία ελληνική δίοδος
- (αντιδάνειο) αγγλική diode (λέξη που δημιουργήθηκε, το 1919, από τον Βρετανό Ουίλιαμ Χένρι Εκλς -William Henry Eccles- πιθανόν όχι από την αυτούσια αρχαία ελληνική αλλά από τις δύο ρίζες που αποτελούν το έτυμο της ελληνικής λέξης)
Ουσιαστικό [
]
δίοδος θηλυκό
- δρόμος που οδηγεί από ένα σημείο σε άλλο, πέρασμα
- η ενέργεια της διέλευσης μέσα από οριοθετημένο διάστημα, το πέρασμα
- απαγορεύεται η δίοδος
- (συνεκδοχικά) δρόμος διεξόδου, πέρασμα προς
- δεν υπάρχει δίοδος προς τη θάλασσα
- (ηλεκτρονικά) ηλεκτρονικό εξάρτημα που επιτρέπει την κίνηση του ρεύματος μόνο προς μία κατεύθυνση
- για την ανόρθωση του ρεύματος χρησιμοποιούμε μία δίοδο
Σύνθετα [
]
Δείτε επίσης [
]
Μεταφράσεις [
]
διέλευση
διέξοδος
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
δίοδος θηλυκό