δίοδος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- δίοδος < αρχαία ελληνική δίοδος < δύο + ὁδός
[
]
Ουσιαστικό
δίοδος θηλυκό
- δρόμος που οδηγεί από ένα σημείο σε άλλο, πέρασμα
- η ενέργεια της διέλευσης μέσα από οριοθετημένο διάστημα
- απαγορεύεται η δίοδος
- δρόμος διεξόδου
- δεν υπάρχει δίοδος προς τη θάλασσα
- ηλεκτρονικό εξάρτημα που επιτρέπει την κίνηση του ρεύματος μόνο προς μία κατεύθυνση
- για την ανόρθωση του ρεύματος χρησιμοποιούμε μία δίοδο
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
διέλευση
διέξοδος