δύστηκτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δύστηκτος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δύστηκτος

Αυτός που τήκεται με δυσκολία, που δεν λιώνει εύκολα.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]