εγχείρηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εγχείρηση εγχειρήσεις
γενική εγχείρησης
& εγχειρήσεως
εγχειρήσεων
αιτιατική εγχείρηση εγχειρήσεις
κλητική εγχείρηση εγχειρήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εγχείρηση < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εγχείρηση θηλυκό

  • χειρουργική επέμβαση, ιατρική πράξη με ειδικά όργανα, που περιλαμβάνει συνήθως τομή στο σώμα του ασθενούς, ώστε να γίνει δυνατή η επέμβαση σε εσωτερικά όργανα

32πχ Μεταφράσεις[]