εξαγοράζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εξαγοράζω < αρχαία ελληνική ἐξαγοράζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

εξαγοράζω , παρατ.: εξαγόραζα, στιγμ. μέλλ.: θα εξαγοράσω, αόρ.: εξαγόρασα , παθ.φωνή: εξαγοράζομαι , μτχ.π.π.: εξαγορασμένος

  1. πληρώνω τα ανάλογα χρήματα για να μην εκτίσω μια ποινή ή τη στρατιωτική θητεία ή για να αγοράσω συντάξιμα ένσημα
  2. (μεταφορικά) πετυχαίνω κάτι με κάποιο αντάλλαγμα ή θυσία
  3. (μεταφορικά) (κακόσημο) εξασφαλίζω κάτι με δωροδοκία
    αυτή τη φορά δεν θα εξαγοράσουν την ψήφο του λαού με ψεύτικες παροχές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]