εξαϋλωμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- εξαϋλωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξαϋλώνομαι
Μετοχή [
]
εξαϋλωμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη: εξαϋλώνομαι
Μεταφράσεις [
]
εξαϋλωμένος