επίταση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίταση επιτάσεις
γενική επίτασης
& επιτάσεως
επιτάσεων
αιτιατική επίταση επιτάσεις
κλητική επίταση επιτάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επίταση < αρχαία ελληνική ἐπίτασις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈpi.ta.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

επίταση θηλυκό

  1. η αύξηση έντασης, το δυνάμωμα
    όταν καταναλώνουμε περισσότερα από όσα παράγουμε, αυτό αποτελεί δυνητικό παράγοντα επίτασης μιάς κρίσης χρέους
  2. η επιδείνωση
  3. (γραμμ.) η ενίσχυση της έννοιας μιάς λέξης με άλλη λέξη ή μόριο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]