ευσυνειδησία
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
ευσυνειδησία
[
]
Αγγλικά (en)
conscience
[
]
Προφορά
[efsiniði'sia]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ευσυνειδησία | ευσυνειδησίες |
| γενική | ευσυνειδησίας | ευσυνειδησιών |
| αιτιατική | ευσυνειδησία | ευσυνειδησίες |
| κλητική | ευσυνειδησία | ευσυνειδησίες |
[
]
Ετυμολογία
[
] Ετυμολογία
ευ < αρχαία ελληνική εὖ Η λέξη συνείδηση προέρχεται από το απαρέμφατο συν-ειδέναι[2] < οίδα = γνωρίζω, (σύν+οιδα) = γνωρίζω καλώς, εξ ιδίας αντιλήψεως[3] που αποδόθηκε και στα λατινικά [4]με την ακριβή εννοιολογική της σημασία, ως conscientia, που σημαίνει γνωρίζω πλήρως. Την ίδια λέξη χρησιμοποιεί πρώτος ο Γάλλος φιλόσοφος Ντεκάρτ και λίγο αργότερα ο John Locke (Τζον Λοκ) στα αγγλικά ως Conscience που μεταγενέστερα μεταβάλλεται σε Concience. Από την ίδια ρίζα παράγονται οι λέξεις Sence = αίσθηση, sense = έννοια, αλλά και Science = επιστήμη που στα ελληνικά σημαίνει «προσήλωση του νου»,[5] από το αυτοτελές ρήμα επίσταμαι = γνωρίζω εμπείρως. Όσον αφορά την ετυμολογία της λέξης συνείδηση και ο Γ. Μπαμπινιώτης εκφράζει την άποψη ότι προέρχεται από το απαρέμφατο συν-ειδ-έναι του ρήματος σύνοιδα = γνωρίζω καλά, ξέρω [6].
[
]
Ουσιαστικό
ευσυνειδησία θηλυκό συνέπεια, υπευθυνότητα, συνείδηση η επαγγελματική ευσυνειδησία
[
]
Μεταφράσεις
[
] Παραπομπές
- ↑ Ντεκάρτ (Descartes·εξελλην. Καρτέσιος) Ρενέ, Κανόνες για την καθοδήγηση του πνεύματος (Regulae ad directionem ingenii- ημιτελές (1629)
- ↑ Ν.Π.Ανδριώτης, Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ινστιτούτο νεοελληνικών σπουδών 8η έκδ.2001 σ.349 ISBN 960-231-036-7
- ↑ Λεξικό Ανωμάλων ρημάτων Α. Γεωργοπαπαδάκου, Βιβλιοπωλείον ΜΟΛΧΟ, Θεσσαλονίκη 1958 σ.126
- ↑ Ευστράτιος Τσακαλώτος, Lexicon Latino-Graecum, (πρώτη έκδοση 1921) ISBN 960-205-274-0
- ↑ Α.Ν.Γιάνναρη, ΕΠΙΤΟΜΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ, τόμ. Α΄ σ.836, Εκδ. Ανέστη Κωνσταντινίδη (1888)
- ↑ Γ.Μπαμπινιώτης, ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Κέντρο Λεξικολογίας, σελ.1720, ISBN 960-86190-0-9