ηλιόλουστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ηλιόλουστος < ήλιος + λούζω + -τος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /i.ˈʎɔ.lu.stɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

ηλιόλουστος -η -ο

  • που είναι λουσμένος στον ήλιο, που έχει πολύ φως
μια ηλιόλουστη μέρα, ένα ηλιόλουστο δωμάτιο

32πχ Μεταφράσεις[]