θυγάτηρ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ουσιαστικό [
]
θυγάτηρ θηλυκό
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θυγάτηρ | θυγατέρε | θυγατέρες |
| Γενική | θυγατρός | θυγατέροιν | θυγατέρων |
| Δοτική | θυγατρί | θυγατέροιν | θυγατράσι |
| Αιτιατική | θυγατέρα | θυγατέρε | θυγατέρας |
| Κλητική | θύγατερ | θυγατέρε | θυγατέρες |
Ετυμολογία [
]
- θυγάτηρ < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
θυγάτηρ θηλυκό