ιδιοκτήτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- ιδιοκτήτης < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
ιδιοκτήτης αρσενικό
- αυτός που έχει δικό του, ιδιοκτησία του, κάτι
- είναι ιδιοκτήτης ενός διαμερίσματος και ενός αυτοκινήτου
- ο νέος ιδιοκτήτης της ΠΑΕ θα αλλάξει τον προπονητή
- οι ιδιοκτήτες δούλων στην αρχαιότητα