καλύβα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καλύβα | καλύβες |
| γενική | καλύβας | καλυβών |
| αιτιατική | καλύβα | καλύβες |
| κλητική | καλύβα | καλύβες |
Ετυμολογία [
]
- καλύβα < αρχαία ελληνική καλύβη
Ουσιαστικό [
]
καλύβα θηλυκό
- μικρό οίκημα κατασκευασμένο με πρόχειρα υλικά (ξύλα, χώμα, άχυρα κ.λπ)