καλύβα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλύβα καλύβες
γενική καλύβας καλυβών
αιτιατική καλύβα καλύβες
κλητική καλύβα καλύβες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλύβα < αρχαία ελληνική καλύβη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλύβα θηλυκό

  1. μικρό οίκημα κατασκευασμένο με πρόχειρα υλικά (ξύλα, χώμα, άχυρα κ.λπ)


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]