κατάστιξη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κατάστιξη < (καθαρεύουσα) κατάστιξις < καταστίζω
[
]
Ουσιαστικό
κατάστιξη θηλυκό
- η δερματοστιξία, το τατουάζ