κείρω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κείρω < αρχαία ελληνική κείρω
Ρήμα [
]
κείρω, παθητικό κείρομαι, παθητική μετοχή κεκαρμένος
Μεταφράσεις [
]
κείρω
|
→ δείτε τη λέξη: κουρεύω |
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- κείρω < από ΙΕΕ ρίζα *(s)qer- (κόβω)
Ρήμα [
]
κείρω, μέλλοντας κερῶ, αόριστος ἔκειρα, παρακείμενος κέκαρκα, παθητικό κείρομαι
- κόβω τα μαλλιά κοντά ή τα ξυρίζω
- κόβω δέντρα ή καρπούς
- καταστρέφω, κατασπαράζω