κέρμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κέρμα κέρματα
γενική κέρματος κερμάτων
αιτιατική κέρμα κέρματα
κλητική κέρμα κέρματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κέρμα < αρχαία ελληνική κέρμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κέρμα ουδέτερο

  1. μικρό κομμάτι
  2. μεταλλικό νόμισμα (συνήθως μικρής αξίας)
  3. (κατ' επέκταση) μικρό αντικείμενο που μοιάζει με μεταλλικό νόμισμα και έχει καθορισμένη αξία, συνήθως για τη χρήση αυτόματων μηχανισμών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κέρμα < από το ρήμα κείρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κέρμα ουδέτερο