κιμπάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κιμπάρης κιμπάρηδες
γενική κιμπάρη κιμπάρηδων
αιτιατική κιμπάρη κιμπάρηδες
κλητική κιμπάρη κιμπάρηδες

.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κιμπάρης < τουρκική kibar (αραβικής προέλευσης)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κιμπάρης ουδέτερο

  1. άρχοντας στους τρόπους, γαλαντόμος, ευγενής, με καλούς τρόπους, πολύ καθώς πρέπει, αξιοπρεπής, που κάνει τα οφειλόμενα ακόμα κι όταν του είναι δύσκολο, εντάξει στις υποσχέσεις και υποχρεώσεις του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

  • κιμπάρης

32πχ Μεταφράσεις[]