κλειτορίδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κλειτορίδα | κλειτορίδες |
| γενική | κλειτορίδας | κλειτορίδων |
| αιτιατική | κλειτορίδα | κλειτορίδες |
| κλητική | κλειτορίδα | κλειτορίδες |
[
]
Ετυμολογία
- κλειτορίδα < αρχαία ελληνική κλειτορίς, πιθανόν σημιτικής προέλευσης[1]
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /kli.tɔ.ˈɾi.ða/
[
]
Ουσιαστικό
κλειτορίδα θηλυκό
- (ανατομία) μικρό στυτικό όργανο στο άνω μέρος του γυναικείου αιδοίου. Στην ανατομία και φυσιολογία του είναι το γυναικείο ανάλογο του ανδρικού πέους
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
κλειτορίδα
[
]
- ↑ J. B. Hofmann, Ετυμολογικόν Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής, 1974, σελ. 170