αιδοίο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιδοίο αιδοία
γενική αιδοίου αιδοίων
αιτιατική αιδοίο αιδοία
κλητική αιδοίο αιδοία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιδοίο < αρχαία ελληνική αἰδοῖον < αἰδοῖος < αἰδώς (αιδώς)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈði.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιδοίο ουδέτερο

  1. τα εξωτερικά γεννητικά όργανα της γυναίκας
  2. (σπάνιο) ανδρικό αιδοίο: το ανδρικό μόριο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]