μουνί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μουνί μουνιά
γενική μουνιού μουνιών
αιτιατική μουνί μουνιά
κλητική μουνί μουνιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. μουνί < αρχαία ελληνική μνοῦς (: χνούδι, απαλό μαλλί)
  2. μουνί < αρχαία ελληνική εὐνή (: συζυγικό κρεβάτι, γαμήλια κλίνη)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /mu.ˈni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μουνί ουδέτερο

  1. το αιδοίο, το γυναικείο αναπαραγωγικό όργανο· αφορά περισσότερο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της περιοχής και όχι τον κόλπο. Χρησιμοποιείται ευρέως στην καθημερινή, αλλά θεωρείται άσεμνη λέξη
  2. (μεταφορικά) για γυναίκα πολύ ελκυστική ή ερωτική (ωραίο μουνάκι = όμορφη, σέξυ νεαρή)
  3. (κατ’ επέκταση) για κάθε γυναίκα, όταν γίνεται αναφορά για υποψήφια σχέση ή υπάρχουσα σχέση με άνδρα
  4. (μεταφορικά) η ακαταστασία, το μπάχαλο
  5. (μεταφορικά-υβριστικά) άτιμος, πρόστυχος ή κακόβουλος άνθρωπος

Εκφράσεις[]

  • έγινα μουνί: επήλθα σε άθλια κατάσταση, συνήθως από νερό/βρέξιμο
μας έπιασε βροχή στο δρόμο και γίναμε μουνί
  • μουνί καπέλο: άθλια κατάσταση
  • στο μουνί μου: χρησιμοποιείται κυρίως από γυναίκες, (αντίστοιχο του αντρικού "στ' αρχίδια μου") για να δηλώσει αδιαφορία
  • το μουνί σέρνει καράβι: μία γυναίκα εύκολα μπορεί να κάνει έναν άνδρα να εγκαταλείψει κάθε ασχολία του ακόμα και κάτι που ήταν πριν δύσκολο να κάνει αυτός
ο Γιωργάκης παράτησε την ιατρική και έφυγε στο Παρίσι με τη φιλενάδα του, την οποία θα παντρευτεί. Βλέπεις, το μουνί σέρνει καράβι
  • μουνί της λάσπης : ύπουλος/πετυχαίνει σκοπούς με δόλια μέσα
  • ξυρισμένο μουνί : κάποιος που κόπηκε στο ξύρισμα/κακοκουρεμμένος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]