μουνί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μουνί | μουνιά |
| γενική | μουνιού | μουνιών |
| αιτιατική | μουνί | μουνιά |
| κλητική | μουνί | μουνιά |
Ετυμολογία [
]
-
- μουνί < αρχαία ελληνική μνοῦς (: χνούδι, απαλό μαλλί)
- μουνί < αρχαία ελληνική εὐνή (: συζυγικό κρεβάτι, γαμήλια κλίνη)
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
μουνί ουδέτερο
- το αιδοίο, το γυναικείο αναπαραγωγικό όργανο· αφορά περισσότερο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της περιοχής και όχι στον κόλπο. Χρησιμοποιείται ευρέως στην καθημερινή, αλλά θεωρείται άσεμνη λέξη
- (μεταφορικά) για γυναίκα πολύ ελκυστική ή ερωτική (ωραίο μουνάκι = όμορφη, σέξυ νεαρή)
- (κατ' επέκταση) για κάθε γυναίκα, όταν γίνεται αναφορά για υποψήφια σχέση ή υπάρχουσα σχέση με άνδρα
- (μεταφορικά) η ακαταστασία, το μπάχαλο
- (μεταφορικά-υβριστικά) άτιμος, πρόστυχος ή κακόβουλος άνθρωπος
Εκφράσεις [
]
- έγινα μουνί: επήλθα σε άθλια κατάσταση, συνήθως από νερό/βρέξιμο
- μας έπιασε βροχή στο δρόμο και γίναμε μουνί
- μουνί καπέλο: άθλια κατάσταση
- στο μουνί μου: χρησιμοποιείται κυρίως από γυναίκες, (αντίστοιχο του αντρικού "στ' αρχίδια μου") για να δηλώσει αδιαφορία
- το μουνί σέρνει καράβι: μία γυναίκα εύκολα μπορεί να κάνει έναν άνδρα να εγκαταλείψει κάθε ασχολία του ακόμα και κάτι που ήταν πριν δύσκολο να κάνει αυτός
- ο Γιωργάκης παράτησε την ιατρική και έφυγε στο Παρίσι με τη φιλενάδα του, την οποία θα παντρευτεί. Βλέπεις, το μουνί σέρνει καράβι
- Μουνί της λάσπης : ύπουλος/πετυχαίνει σκοπούς με δόλια μέσα
- Ξυρισμένο μουνί : κάποιος που κόπηκε στο ξύρισμα/κακοκουρεμμένος
[
]
Σύνθετα [
]
- γλειφομούνι
- μουνόδουλος
- μουνοθύελλα
- μουνοπαγίδα
- μουνόπανο
- μουνοπλημμύρα
- μουνότριχα
- μουνόχειλα
- μουνοχυσίματα
- μουνόψειρα
- ξινομουνα
- πηγαδομουνα
- χαζομουνα
Μεταφράσεις [
]
μουνί
|