κοινωνιόλεκτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοινωνιόλεκτος κοινωνιόλεκτοι
γενική κοινωνιολέκτου κοινωνιολέκτων
αιτιατική κοινωνιόλεκτο κοινωνιολέκτους
κλητική κοινωνιόλεκτε κοινωνιόλεκτοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κοινωνιόλεκτος < κοινωνιο- + -λεκτος (μεταφραστικό δάνειο από την (αγγλικά) sociolect)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κοινωνιόλεκτος θηλυκό

  • (γλωσσολογία) γλωσσική ποικιλία που χρησιμοποιείται από συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα (νέοι, στρατιώτες κ.λπ.)
    Παρά τον χαρακτηρισμό "γλώσσα", η γλώσσα των νέων δεν είναι ένα αυτοτελές γλωσσικό σύστημα, αλλά μια "κοινωνιόλεκτος" [sociolect], δηλαδή ένας τρόπος ομιλίας με λεξιλογικά, πραγματολογικά και δομικά χαρακτηριστικά που χρησιμοποιείται υπό ορισμένες συνθήκες επικοινωνίας και είναι μέρος της γλωσσικής συνείδησης μιας κοινότητας. (*)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]