κολλύριο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κολλύριο | κολλύρια |
| γενική | κολλύριου και κολλυρίου |
κολλύριων και κολλυρίων |
| αιτιατική | κολλύριο | κολλύρια |
| κλητική | κολλύριο | κολλύρια |
[
]
Ετυμολογία
- κολλύριο < αρχαία ελληνική κολλύριον
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /kɔ.ˈli.ɾi.ɔ/
[
]
Ουσιαστικό
κολλύριο ουδέτερο
- φαρμακευτική ουσία σε υγρή μορφή που ρίχνεται σε σταγόνες στο μάτι