κονσερτίνα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κοσερτίνα | κοσερτίνες |
| γενική | κοσερτίνας | κοσερτίνων |
| αιτιατική | κοσερτίνα | κοσερτίνες |
| κλητική | κοσερτίνα | κοσερτίνες |
Ετυμολογία [
]
- κονσερτίνα < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /kɔn.sɛɾ.ˈti.na/
Ουσιαστικό [
]
κονσερτίνα θηλυκό
Μεταφράσεις [
]
κονσερτίνα