κονσερτίνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κονσερτίνα κονσερτίνες
γενική κονσερτίνας κονσερτίνων
αιτιατική κονσερτίνα κονσερτίνες
κλητική κονσερτίνα κονσερτίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κονσερτίνα < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /kɔn.sɛɾ.ˈti.na/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κονσερτίνα θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[]