σύρμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύρμα σύρματα
γενική σύρματος συρμάτων
αιτιατική σύρμα σύρματα
κλητική σύρμα σύρματα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σύρμα < αρχαία ελληνική σύρμα < σύρω

[] Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις

Το αποτέλεσμα της δράσης του ρήματος σύρω, ή (σέρνω), επί ρευστού κράματος μετάλλου. Αναφέρεται στη διαδικασία κατασκευής του.

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈsiɾ.ma/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σύρμα ουδέτερο

  1. εύκαμπτο έλασμα από κράμα μέταλλων, κυκλικής διατομής, με διάμετρο μικρότερη από ένα εκατοστό του μέτρου ως και μερικές δεκάδες εκατομμυριοστά του μέτρου, και πάμπολλες φορές μεγαλύτερο μήκος. Συνήθως η βάση για τα απαιτούμενα κράματα είναι σίδηρος ή χαλκός, αλλά και άλλα κράματα με υψηλή ελατότητα. Η ασκηση δύναμης πέραν του ορίου κάμψης του, του επιφέρει πλαστικές (μόνιμες) παραμορφώσεις.
  2. (μεταφορικά) λέξη-κλειδί ώστε να διακοπεί δράση που απαιτεί υψηλό βαθμό εχεμύθειας, συνήθως λόγω εμφάνισης ενός ατόμου που δεν πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω δράση

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες