σύρμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σύρμα | σύρματα |
| γενική | σύρματος | συρμάτων |
| αιτιατική | σύρμα | σύρματα |
| κλητική | σύρμα | σύρματα |
[
]
Ετυμολογία
- σύρμα < αρχαία ελληνική σύρμα < σύρω
[
]
Σημειώσεις
- Το αποτέλεσμα της δράσης του ρήματος σύρω, ή (σέρνω), επί ρευστού κράματος μετάλλου. Αναφέρεται στη διαδικασία κατασκευής του.
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
σύρμα ουδέτερο
- εύκαμπτο έλασμα από κράμα μέταλλων, κυκλικής διατομής, με διάμετρο μικρότερη από ένα εκατοστό του μέτρου ως και μερικές δεκάδες εκατομμυριοστά του μέτρου, και πάμπολλες φορές μεγαλύτερο μήκος. Συνήθως η βάση για τα απαιτούμενα κράματα είναι σίδηρος ή χαλκός, αλλά και άλλα κράματα με υψηλή ελατότητα. Η ασκηση δύναμης πέραν του ορίου κάμψης του, του επιφέρει πλαστικές (μόνιμες) παραμορφώσεις.
- (μεταφορικά) λέξη-κλειδί ώστε να διακοπεί δράση που απαιτεί υψηλό βαθμό εχεμύθειας, συνήθως λόγω εμφάνισης ενός ατόμου που δεν πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω δράση