κοσμοναύτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κοσμοναύτης < λόγιο ενδογενές δάνειο: ρωσική, космонавт (kosmonávt) < κόσμος (σύμπαν) + ναύτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κοσμοναύτης αρσενικό

  1. αυτός που ταξιδεύει στο διάστημα (κόσμο) με διαστημόπλοιο

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

Η λέξη χρησιμοποιείται για το πλήρωμα ρωσικών διαστημικών αποστολών, ενώ για τις αμερικανικές χρησιμοποιείται η λέξη αστροναύτης

32πχ Μεταφράσεις[]