κυψέλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Κυψέλη

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κυψέλη κυψέλες
γενική κυψέλης κυψελών
αιτιατική κυψέλη κυψέλες
κλητική κυψέλη κυψέλες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κυψέλη < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ci.ˈpsɛ.li/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κυψέλη θηλυκό

  1. κατασκευή που χρησιμεύει ως κατοικία ενός σμήνους μελισσών
  2. οι μέλισσες που κατοικούν σε αυτή την κατασκευή
  3. (μεταφορικά) μέρος που χαρακτηρίζεται από εντατική και συντονισμένη εργασία ενός συνόλου ανθρώπων

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες