κυψέλη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κυψέλη | κυψέλες |
| γενική | κυψέλης | κυψελών |
| αιτιατική | κυψέλη | κυψέλες |
| κλητική | κυψέλη | κυψέλες |
[
]
Ετυμολογία
- κυψέλη < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ci.ˈpsɛ.li/
[
]
Ουσιαστικό
κυψέλη θηλυκό
- κατασκευή που χρησιμεύει ως κατοικία ενός σμήνους μελισσών
- οι μέλισσες που κατοικούν σε αυτή την κατασκευή
- (μεταφορικά) μέρος που χαρακτηρίζεται από εντατική και συντονισμένη εργασία ενός συνόλου ανθρώπων