ruche

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ruché

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
ruche ruches

ruche (fr) θηλυκό
Α.

  1. η κυψέλη
    - το καταφύγιο των μελισσών
    - το σμήνος των μελισσών
  2. (μεταφορικά) τόπος ασταμάτητης και οργανωμένης εργασίας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: fourmilière

Β.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ruché