λάρνακα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λάρνακα < αρχαία ελληνική λάρναξ
Η χρυσή λάρνακα με το αστέρι της Βεργίνας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λάρνακα θηλυκό

  1. φέρετρο, σαρκοφάγος
  2. κιβώτιο όπου τοποθετείται η τέφρα ή τα οστά ενός νεκρού


32πχ Μεταφράσεις[]