σαρκοφάγος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο
σαρκοφάγος αρσενικό, σαρκοφάγος θηλυκό, σαρκοφάγο ουδέτερο
- αυτός που τρέφεται (αποκλειστικά) με σάρκες, με κρέας
- οι τίγρεις ειναι σαρκοφάγα ζώα
[
]
[
]
Συνώνυμα
[
]
Αντώνυμα
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Ουσιαστικό
σαρκοφάγος θηλυκό
- οι ανασκαφές έφεραν στο φως μια σαρκοφάγο
[
]
Δείτε επίσης
- σαρκοφάγα
- σαρκοφάγος στη Βικιπαίδεια

[
]
Μεταφράσεις
σαρκοφάγος