σάρκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάρκα σάρκες
γενική σάρκας σαρκών
αιτιατική σάρκα σάρκες
κλητική σάρκα σάρκες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σάρκα < αρχαία ελληνική σάρξ

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σάρκα θηλυκό

  1. το μέρος του ανθρώπινου ή ζωϊκού σώματος που αποτελείται από μαλακούς ιστούς, σε αντίθεση με τα οστά
  2. η υλική υπόσταση του ανθρώπου, σε αντίθεση με το πνεύμα
    • (ειδικότερα) το γενετήσιο ένστικτο
  3. το μαλακό και βρώσιμο μέρος των φρούτων, σε αντίθεση με το κουκούτσι

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες