τέφρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέφρα τέφρες
γενική τέφρας τεφρών
αιτιατική τέφρα τέφρες
κλητική τέφρα τέφρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέφρα < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τέφρα θηλυκό

  1. η στάχτη
    1. ό,τι απομένει μετά την αποτέφρωση ενός νεκρού, η σποδός
    2. ηφαιστειακή τέφρα: ηφαιστειακό υλικό (μάγμα) που εκτινάσσεται ψηλά στον αέρα και στερεοποιείται σε σκόνη, η ηφαιστειακή σποδός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]