τέφρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τέφρα | τέφρες |
| γενική | τέφρας | τεφρών |
| αιτιατική | τέφρα | τέφρες |
| κλητική | τέφρα | τέφρες |
Ετυμολογία [
]
- τέφρα < αρχαία ελληνική
Ουσιαστικό [
]
τέφρα θηλυκό
- η στάχτη
- ό,τι απομένει μετά την αποτέφρωση ενός νεκρού, η σποδός
- ηφαιστειακή τέφρα: ηφαιστειακό υλικό (μάγμα) που εκτινάσσεται ψηλά στον αέρα και στερεοποιείται σε σκόνη, η ηφαιστειακή σποδός