λάρυγγας

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

λάρυγγας < λάρυγξ < λαιμός + φάρυγξ (σύμφυρση των δύο λέξεων)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

λάρυγγας αρσενικό

  • το όργανο που βρίσκεται στο πάνω μέρος του αναπνευστικού συστήματος των σπονδυλωτών. Στον άνθρωπο βρίσκεται στο άνω τμήμα του λαιμού και αποτελεί συνέχεια της τραχείας. Επιτρέπει τη διέλευση του αέρα και, επειδή περιλαμβάνει τις φωνητικές χορδές, είναι βασικό όργανο για την παραγωγή της φωνής


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες