λιώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λιώνω < μεταγενέστερη ελληνική λειῶ, κάνω λείο

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈʎɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

λιώνω ή λειώνω

  1. (μεταβατικό) μετατρέπω ένα στερεό σώμα σε υγρό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τήκω
  2. (μεταβατικό) μετατρέπω ένα στερεό σώμα σε πολτό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πολτοποιώ
  3. (μεταβατικό) (μεταφορικά) εξουθενώνω έναν αντίπαλο
    Θα σε λιώσω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εκμηδενίζω, συνθλίβω
  4. (αμετάβατο) μετατρέπομαι σε υγρό, όντας στερεό
    τα χιόνια έλιωσαν με την πρώτη βροχή
  5. (αμετάβατο) φθείρομαι
    έλιωσαν πια αυτά τα ρούχα· μην τα φοράς άλλο!
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: παλιώνω, χαλνώ
  6. (αμετάβατο) (σχήμα υπερβολής) εξαντλούμαι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κουράζομαι
    το παιδί έλιωσε στο διάβασμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: διαλύομαι
  7. (αμετάβατο) (μεταφορικά) δοκιμάζομαι από έντονα συναισθήματα
    είναι πολύ ερωτευμένη· τον κοιτάει και λιώνει

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]