λογιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λογιστής λογιστές
γενική λογιστή λογιστών
αιτιατική λογιστή λογιστές
κλητική λογιστή λογιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λογιστής < αρχαία ελληνική λογιστής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λογιστής αρσενικό, λογίστρια θηλυκό

  • αυτός που ασχολείται με τα λογιστικά, την διαχείριση, τον έλεγχο, την απεικόνιση και την καταγραφή των πόρων (οικονομικών ή άλλων) μιας μονάδας ή ομάδας ή/και μεγαλύτερων κοινωνικών συνόλων

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λογιστής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λογιστής αρσενικό

  1. ο δάσκαλος της αριθμητικής
  2. κάποιος που σκέπτεται λογικά
  3. (συνήθως στον πληθυντικό) αιρετός ελεγκτής στην Αθήνα που έλεγχε τους λογαριασμούς του δημοσίου