μέντα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μέντα | μέντες |
| γενική | μέντας | |
| αιτιατική | μέντα | μέντες |
| κλητική | μέντα | μέντες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
μέντα θηλυκό