μαγεμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Μετοχή [
]
μαγεμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη: μαγεύω
Μεταφράσεις [
]
μαγεμένος