μαστουρωμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μαστουρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μαστουρώνω
[
]
Μετοχή
μαστουρωμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη: μαστουρώνω
[
]
Μεταφράσεις
μαστουρωμένος